ΕΝΑ ΠΑΝΑΡΧΑΙΟ ΤΑΦΙΚΟ ΕΘΙΜΟ ΑΝΑΒΙΩΝΕΙ ΣΤΟ ΘΡΥΛΟΡΙΟ

ΠΡΟΣΚΛΗΣΗ

Ο Πολιτιστικός Σύλλογος Ποντίων Θρυλορίου «Η Κερασούντα και το Γαρς»,

προσανατολισμένος σε μια διαρκή προσπάθεια διατήρησης των παραδόσεων και ανάδειξης της πολιτιστικής του ταυτότητας, σας προσκαλεί τη Δευτέρα 16 Ιουνίου 2008, του Αγίου Πνεύματος, στο Ταφικό έθιμο που θα πραγματοποιηθεί για άλλη μια χρονιά έξω από τα νεκροταφεία του χωριού μετά τη Θεία Λειτουργία.

Πρόκειται για αποχαιρετιστήριο τραπέζι στις αναστημένες ψυχές, λίγο πριν επιστρέψουν στον τόπο τους, σύμφωνα πάντα με τη θρησκευτική μας παράδοση.

Για την αναβίωση αυτού του πανάρχαιου εθίμου η διοίκηση του Συλλόγου αναφέρει τα εξής:

T’ A Πνευμάτ’ σα ταφία

Στην προσπάθεια ανίχνευσης της παράδοση μας, ανακαλύψαμε ότι άλλο ένα έθιμο είχε καταδικαστεί στη λήθη, όπως τόσα και τόσα άλλα.

Πρώτη φορά ακούσαμε να το αναφέρουν ηλικιωμένες γυναίκες του χωριού πριν χρόνια, όταν πλησίαζε του Αγίου Πνεύματος, οι οποίες μας ζήτησαν να το επαναφέρουμε. «Τ’ Α Πνευμάτ’ επέναμε σα ταφία και έτρωγαμε με τοι πεθαμέν’τσ’. Γιατί κι ’φτάτε κατ’ να ίνεται ξαν’ το ατέτ’;»

Έτσι, με την αναβίωση του εθίμου για πρώτη φορά τον Ιούνιο του 2001 από τον Πολιτιστικό Σύλλογο Ποντίων Θρυλορίου, το ταφικό έθιμο επανήλθε στη ζωή του Θρυλορίου και τελείται ανελλιπώς κάθε Αγίου Πνεύματος.

Πρόκειται για ένα έθιμο που ξεπερνάει τα 2500 χρόνια ζωής, που ταξίδεψε με τους πρώτους έποικους στον Πόντο από την μητροπολιτική Ελλάδα, οι οποίοι ανάμεσα στις άλλες συνήθειές τους πήραν μαζί τους και το ταφικό έθιμο και το οποίο διατηρήθηκε και μετά τον εκχριστιανισμό του Πόντου από τον Απόστολο Ανδρέα, εκφράζοντας πλέον την πίστη για την ανάσταση των νεκρών με την Ανάσταση του Κυρίου.

«Που σου, θάνατε το κέντρον; Που σου, Άδη το νείκος;

Ανέστη Χριστός, και συ καταβέβλησαι.

Ανέστη Χριστός, και πεπτώκασι δαίμονες.

Ανέστη Χριστός, και χαίρουσιν άγγελλοι.

Ανέστη Χριστός, και ζωή πολιτεύεται.

Ανέστη Χριστός, και νεκρός ουδείς εν τω μνήματι.

Χριστός γάρ εγερθείς εκ νεκρών, απαρχή των κεκοιμημένων εγένετο»

Του Αγίου Πνεύματος λοιπόν, που οι αναστημένες ψυχές επιστρέφουν στον τόπο τους, κατά την ποντιακή μας παράδοση στο Θρυλόριο, εμείς πηγαίνουμε να φάμε μαζί τους, να τους κάνουμε ένα γιορταστικό τραπέζι και να τους ευχηθούμε καλό ταξίδι.

Η Ειρήνη Αναστασιάδου, γεννημένη το 1913 στο χωρίο Πίαντζουχ της Ρωσίας, το περιγράφει ως εξής:

«Τα ψήα ασή Λαμπρή κ’ επεκεί, λάσκουνταν πενήντα ημέρας. Τ’ Α Πνευμάτ’ κλώσκουνταν σα τόπεν α τουν. Για τ’ ατό εείνο την ημέρα επέναμε σην εκκλησία και επαρακάλναμε σα γόνατα να φεύνε τα ψήα και να μη απομένε αδά. Τ’ Α Πνευμάτ’ εν’ κιάλλο καλλίον α σ’ όλεν για τα ψήα. Εείνο την ημέρα τα ψήα τρώνε με τ’ εμάς. Πριχού να φεύνε σα τόπεν α τουν, φάισ’ατσε, σ’χωράσ’ατσε και δάνε πλαν. Αναπάεται η ψή α τουν και τ’ εσόν πα. Η μάνα μ’ έλεεν, οι αποθαμέν’ τρώνε με τ’ εμάς.»

Η αείμνηστη Μαρία Τοπαλίδου γεννημένη το 1922, στο δρόμο της προσφυγιάς, περιέγραφε τις παιδικές της μνήμες από το έθιμο στο Θρυλόριο: «Όντας έμνε μικρέσα και θα εμέρωνε τ’ Α Πνευμάτ’, λέγω τη μάνα μ’:

Μάνα ο κόσμον οπουρνά α πάει σα ταφία, εμείς κι θα πάμε;
Η μάνα μ’ είπεμε:

Ατοίν ντ’ εφτάνε το ατέτ, εμείς κ’ εφτάμα.
Εείνο τη βραδύ ελέπω σ’ όραμα μ’ τον πατέρα μ’ να λέει με:

Ατοίν θα έρτανε, κ’ εσύ κι θα έρθεσαι;
Εσκώθα απουρπουνού και λέω τη μάνα μ’ ντο είδα σο όρομα μ’.

Αρ’ ατσ’ αν έν’ σουκ απάν’, είπεμε η μάνα μ’, ποίσω ήνταν εν’ και δέβα εσύ πα.
Εσκώθα, εποίκα φελία, ριζόγαλο και επήγα σα ταφία. Έρθεν ο ποπάς, εποίκαμε τρισάγιο και επεκεί, εξ’ μερέα α σα ταφία, εγούρεψαμε το τραπέζ’. Έπλωσαμε αφκά τα τσούλε, έθηκαμε απάν’ τη τραπεζί το πανί και τα φαϊα που είχεν ο καθαείς.

Θυμούμαι έτον και ο σ’χωρεμένον ο Βασίλτς ο Παρχαρίδης. Ατός εβάλνε τη σειρά που α κάθουμνες σο τραπέζ’.

«Σ’χωρεμέν’, σ’χωρεμέν’» σ’ έναν τ’ άλλο είπαμε, έφαγάμε με τ’ αποθαμέντσ’ εντάμα και εδέβαμε εμείς σ’ οσπίτε μουν και εκείν’ σα τόπεν α τουν.».

Έτσι γίνεται και σήμερα. Μετά την λειτουργία όλοι παίρνουν διάφορα φαγητά και πηγαίνουν «σα ταφία». Ο παπάς του χωριού κάνει τρισάγιο και μετά στρώνεται το τραπέζι έξω από τα νεκροταφία. Και τι δεν έχει αυτό το τραπέζι! Φελία, πισία, πιροσκία, λαβάσε, ριζόγαλο, χασίλ, κεράσια, ταν, ρακί για τους άντρες και ότι άλλο παραδοσιακό και νέο φαγητό μπορεί να φανταστεί κανείς. Τρώνε, πίνουν, μιλούν για τον νεκρό τους, χαίρονται μαζί με τις αναστημένες ψυχές. Όλοι συμμετέχουν στο κοινό τραπέζι ζωντανών και νεκρών. Και εκεί νιώθεις ότι ο θάνατος είναι συνέχεια της ζωής, προετοιμάζεσαι στην ιδέα του, συμφιλιώνεσαι. Κανείς δεν νιώθει θλίψη, κανείς δεν λυπάται, δεν κλαίει, είναι μέρα χαράς, είναι μια γιορτή. Χαρά που απορρέει από την πίστη στην ανάσταση των νεκρών, από την χριστιανική πίστη για την Ανάσταση.

Υπήρχε μάλιστα η πεποίθηση ότι αφού οι ψυχές μετά το τραπέζι αυτό, κατά τις 12.00 το μεσημέρι επέστρεφαν στον τόπο τους, μπορούσε κανείς να τις δει μέσα στα πηγάδια. Έπαιρναν έτσι ένα καθρεφτάκι και προσπαθούσαν να δουν στο νερό του πηγαδιού τις ψυχές των δικών τους ανθρώπων, κάτι βέβαια που σχετίζεται με την αρχαιοελληνική δοξασία σύμφωνα με την οποία η κάθοδος των ψυχών στον Άδη γινόταν μέσα από το νερό.

Το ταφικό έθιμο συνεχίζουν να τελούν σήμερα οι πόντιοι στα Σούρμενα Ελληνικού – Αττικής την Κυριακή του Θωμά, στο Χορτοκόπι Ελευθερούπολης Καβάλας τη δεύτερη μέρα του Πάσχα, στο Δρακόντιο της Κοινότητας Κολχικού Λαγκαδά της Ζωοδόχου Πηγής, οι νεοπρόσφυγες Πόντιοι από τις πρώην Σοβιετικές Δημοκρατίες, πιθανότατα και πόντιοι σε άλλα μέρη της Ελλάδας.

Είναι εκπληκτικό, πως το ταφικό έθιμο διατηρήθηκε τόσους αιώνες, πως άντεξε στη φθορά του χρόνου!

Βαθείς μελετητές του αρχαίου ελληνικού κόσμου λένε:

«…Οι βασικές πράξεις και οι θεσμοί της ζωής, γέννηση, γάμος, οικογένεια, γένος, κράτος, έπαιρναν μια μυσταγωγική αξιοπρέπεια από τη θρησκεία. Με τη λατρεία ή την τιμή προς τους νεκρούς, οι γενεές συνδέονταν μεταξύ τους με μια συνέχεια υποχρεώσεων, έτσι ώστε η οικογένεια να μην είναι απλά ένα ζευγάρι με τα παιδιά τους, αλλά μια ιερή ένωση και αλληλουχία αίματος και πυρός που εκτείνονταν μακριά στο παρελθόν και στο μέλλον και κρατούσε τους νεκρούς, τους ζωντανούς και τους αγέννητους σε μια ενότητα ισχυρότερη οποιουδήποτε κράτους».

Πιθανόν εδώ να βρίσκεται η απάντηση της μακραίωνης πορείας του εθίμου, στην αγάπη προς τους νεκρούς, στο ιερό δέσιμο που είχαν μ’ εκείνους. Ίσως να οφείλεται και στο χαρακτήρα των Ποντίων, που δεν αλλοτριώνεται εύκολα, στην επιμονή και στο πείσμα τους, στην ψυχική αντοχή τους, στην πίστη τους για τη συνέχεια της ζωής. Βιώσαν την τραγική γενοκτονία, τον ξεριζωμό από τις πατρογονικές τους εστίες, την προσφυγιά, ένιωσαν την φρίκη του θανάτου κι όμως άντεξαν. Δεν άφησαν τον πόνο και την ανάγκη επιβίωσης να τους κάνουν να ξεχάσουν τους νεκρούς τους. Με τρόπο απλό, με σεβασμό και αγάπη, κάθε νέα γυναίκα έκανε εκείνο που είχε κάνει η μητέρα της, η γιαγιά της, η πρόγιαγιά της. Και έτσι αβίαστα, με μια αθόρυβη δύναμη, το έθιμο πέρασε από γενιά σε γενιά ενώνοντας τους ζωντανούς, τους νεκρούς και τους αγέννητους με μια σύνδεση αιώνια.

Χρύσα Μαυρίδου

ΑΓΙΟΥ ΠΝΕΥΜΑΤΟΣ

Έρθεν τ’ Α Πνευμάτ’. Τρανόν ημέρα. Ετοπλαεύταμε ολ’ σην εγκλεσίαν και παρακαλούμε τον Θεόν να σχωρά τ’ απθαμέντσι μουν και τα ψήα τουν να αναπάουνταν όντες πάνε σον τόπον α τουν. Ερούξαμε σα γόνατα, απάν ση καρυδί τα φύλλα και ούλ’ εντάμαν επήκαμε ευχήν.

Αστό εσχόλασεν η εγκλεσία ο καθαείς επαίρε το φαϊν π’ εχαζουρλάεψεν και επήγαμε σα ταφία.

Ο ποπάς τη χωρί εποίκεν τρισάγιο και επεκεί εγούρεψαμε το στολ εξ’ α σα ταφία. Και ντο κι είχε ατό το στολ! Φελία, πισία, πιροσκία, λαβάσε, ριζόγαλο, χασίλ, ήνταν συρ η ψης. Εκάτσαμε ούλ’ εντάμα, ζωντανοί κι αποθαμέν’ σ’ αβούτο το τραπέζ και έφαγάμε.

Επεκεί αποχαιρέτσαμάτς και εδέβαν πλαν.

Οφέτος εν’ δεύτερον χρονία π’ εφτάμε το ατέτ και η ψη μουνε ενεπάεν. Εθαρρείς και τ’ εσόν ο άνθρωπον εν με τ’εσέν και κάθεται σο στολ και τρώει. Ατότε εγροικάς πόσον σουμά έν’ ο θάνατον και η ζωήν.

Θυμούμε έναν ημέρα, όντες εκαλάτσευαμε με τη θεία Μαρία την Τοπαλίδου, για τ’ Α Πνευμάτ’, είπεμε είναν ιστορία:

«Όντας έμνε μικρέσα και θα εμέρωνε τ’ Α Πνευμάτ’, λέγω τη μάνα μ’:

Μάνα ο κόσμον οπουρνά α πάει σα ταφία, εμείς κι θα πάμε;
Η μάνα μ’ είπεμε:

Ατοίν ντ’ εφτάνε το ατέτ, εμείς κ’ εφτάμα.
Εείνο τη βραδή ελέπω σ’ όραμα μ’ τον πατέρα μ’ να λέει με:

Ατοίν θα έρτανε, κ’ εσύ κι θα έρθεσαι;
Εσκώθα απουρπουνού και λέω τη μάνα μ’ ντο είδα σο όρομα μ’.

Αρ’ ατσ’ αν έν’ σουκ απάν’, είπεμε η μάνα μ’, ποίσω ήνταν εν’ και δέβα εσύ πα.
Εσκώθα, εποίκα φελία, ριζόγαλο και επήγα σα ταφία. Έρθεν ο ποπάς, εποίκαμε τρισάγιο και επεκεί, εξ μερέα α σα ταφία, εγούρεψαμε το τραπέζ. Έπλωσαμε αφκά τα τσούλε, έθηκαμε απάν τη τραπεζί το πανί και τα φαϊα που είχεν ο καθαείς.

Θυμούμαι έτον και ο σχωρεμένον ο Βασίλτς ο Παρχαρίδης. Ατός εβάλνε τη σειρά που α κάθουμνες σο τραπέζ.

«Σχωρεμέν’, σχωρεμέν’» σ’ έναν τ’ άλλο είπαμε, έφαγάμε με τ’ αποθαμέντσ’ εντάμα και εδέβαμε εμείς σ’ οσπίτε μουν και εκείν’ σα τόπε τουν.».

Οφέτος εράεψα να μαθάνω για το ατέτ κατ’ κι άλλο. Ατσ’ πα έφτασα ση θεία την Ειρήνη Αναστασιάδου, γενέα Αποστολίδη, που εγεννέθε σα 1913 σην Απαζία τη Ρωσίας, σο χωρίο Πίαντζουχ.

Εχάρα πολλά όντες η θεία Ειρήνη είπεμε ότι θυμάται πως εποίναν τ’ ατέτ τ’ Α Πνευμάτ’ οι πρόγονοι μουν, πριχού έρτανε σο Θρυλόριο. Γιατί η θεία Ειρήνη ους τα οχτώ χρόνε τς εζήνε σο Μερχαβούλ, σε ένα χωρίο σουμά σο Πίαντζουχ και όλεν θυμάται τα.

Ερώτεσάτην :

Θεία Ειρήνη σην Πατρίδα θυμάσαι ντο εποίνετε τ’ Α Πνευμάτ’;
Θεία Ειρήνη: Πως κι θυμούμαι πούλι μ’. Τα ψήα ασή Λαμπρή κ’ επεκεί, λάσκουνταν πενήντα ημέρας. Τ’ Α Πνευμάτ’ κλώσκουνταν σα τόπαι τουν. Για τ’ ατό εείνο την ημέρα επέναμε σην εγκλεσία και επαρακάλναμε σα γόνατα να φεύνε τα ψήα και να μη απομένε αδά.

Σο Μερχαβούλ, σουμά σα ταφία, οπίς μερέα, έτον η εγκλεσία τη Παναϊας. Τ’ Α Πνευμάτ’ ακεί εγκλησιάσκουμες. Έρχουνταν και πολλοί ασό Πίαντζουχ.

Έξ α σην εγκλεσία έτον ένα μακρύ σανίδ’, που είχαμα τραπέζ’, με τα σκαμνία α σα δύο μερέθε. Όνταν έρθαμε αδά σο χωρίο ερχίνεσάμε και έστρωνάμε το τραπέζ’ αφκά.

Εείνο την ημέρα εποίναμε τον «ψαλμό». Ο καθαείς έκοφτε ή πρόγατο ή μουσκάρ, ήνταν κρέας εθέλνε και ους να εσχόλαζεν η εγκλεσία, έβραζανα σα καζάνε.

Όντες ετελούτουν η εγκλεσία έστρωνάμε το τραπέζ’. Εποίναμε και πάστα (φασούλε γλισμένα) και ήνταν άλλο εθέλνε ο καθαείς.

Εκεί που εζήναμε πολλά πλούσιο μέρος έτονε. Αχ! και να επόρνα να επέγνα έλεπα μίαν κι άλλο τα μέρε μουν.

-Θεία Ειρήνη, πως θυμάσαι ατόσα πολλά πράματα;

Θεία Ειρήνη: Έκιτι πούλι μ’, εγώ έρθα απ’ εκές οχτώ χρονών. Όλεν πα θυμούματα.

-Ατό το ατέτ για τόποιο εποίνανα;

Θεία Ειρήνη: Ας λέγω σε. Ατόν τον «ψαλμό» εποίνανα και όνταν επεθάνεν κάποιος, σα σαράντα, σο χρόνο και τα’ Α Πνευμάτ’. Τα’ Α Πνευμάτ’ εν’ κιάλλο καλλίον ασ’ ούλαι. Εείνο την ημέρα τα ψήα τρώνε με τα’ εμάς. Πριχού να φεύνε σα τόπεν α τουν, φάισατσε, σχωράσατσε και δένε πλαν. Αναπάεται η ψήα τουν και τεσόν πα. Η μάνα μ’ έλεεν, οι αποθαμέν’ τρώνε με τ’ εμάς.

Έξα, ότι ατό την ημέρα σα γουβία, με τα’ έναν καθίφτρα, επόρνες κ’ έλεπες τον αποθαμένο σ’.
Θεία Ειρήνη: Ατό εποίνανα οι Γαρσλούδες (γελά). Είναν ημέρα είπα τη θεία Μαρία τη Βασιλίνα, να εφτάγα κ’ εγώ, αμά κ’ εφέκε με. Εθέρναν ότι έλεπαν τα ψήα, αμά την ισκιένατουν έλεπαν.

Εμείς σο Σύλλογο θεία Ειρήνη, οφέτος εποίκαμε το ατέτ, για δεύτερο χρονία.
Θεία Ειρήνη: Έμαθα το και εχάρα. Ατό το ατέτ πολλά καλό εν’ και να μη αποδαβαίνετετο. Είπασε, τ’ Α Πνευμάτ’ εν’ ασ’ ούλαι καλλίο.

Ατά είπανέμε η θεία Μαρία και η θεία Ειρήνη. Ατοίν το χρέος ατουν εποίκανα. Απομέν σε μας, που έρχουμες απ’ οπίς, να κρατούμε τ’ ατέτε τοι γονέοις ιμουν και να μαθάνομε την ιστορία μουνε, τα ρίζας ιμουνε, για να μην ανασπάλομε καμίαν εμείς και τα μωρά μουνε, ποίος είμεσε και απόθεν είμεσε.

Ο Θεό να έχετσε καλά και να αξιώνμασε σ’ άλλ’ τη χρονία, αήκον καιρό να φτάμε έναν ταξίδ’ σον ανάσπαλτο Πόντο, που ατόσον πολλά θέλωμε ούλ να ελέπομε.

Μαυρίδου Χρύσα

Τ’ ΑΕ ΠΝΕΥΜΑΤ’

Έρθεν κι’ οφέτος τ’ Αε Πνευμάτ’

σον ουρανόν τερούμε

να ελέπομε τ’ αποθαμέντς

ατοίντς π’ αροθυμούμε.

Ατοίντς π’ εφέκαν και έφυγαν

και εφέκανέ μας χρόνε

ας έρταν σο νου μουν έναν ξα

με δάκρε και με πόνε.

Έρθαν εδέβαν κα έφυγαν

σ’ αβούτο την ζωήν

χωρίον τρανόν έχτισαν

σ’ έναν μικρόν ταφίν.

Οσήμερον καλούνε μας

εντάμα για να τρώμε

και ση ταφί το τέρεμαν

τα μάτε μουν θολώνε.

Άνθρωπος σ’ αβούτο τη ζωήν

εξέχασεν συγγενόν ατ’

οσήμερον ας αφτείν κερίν

και φτάει τον σταυρόν ατ’.

Σαλπιγγίδης Σάββας

ΑΓΙΟΥ ΠΝΕΥΜΑΤΟΣ

Έρθεν τ’ Α Πνευμάτ’. Τρανόν ημέρα. Ετοπλαεύταμε ολ’ σην εγκλεσίαν και παρακαλούμε τον Θεόν να σχωρά τ’ απθαμέντσι μουν και τα ψήα τουν να αναπάουνταν όντες πάνε σον τόπον α τουν. Ερούξαμε σα γόνατα, απάν ση καρυδί τα φύλλα και ούλ’ εντάμαν επήκαμε ευχήν.

Αστό εσχόλασεν η εγκλεσία ο καθαείς επαίρε το φαϊν π’ εχαζουρλάεψεν και επήγαμε σα ταφία.

Ο ποπάς τη χωρί εποίκεν τρισάγιο και επεκεί εγούρεψαμε το στολ εξ’ α σα ταφία. Και ντο κι είχε ατό το στολ! Φελία, πισία, πιροσκία, λαβάσε, ριζόγαλο, χασίλ, ήνταν συρ η ψης. Εκάτσαμε ούλ’ εντάμα, ζωντανοί κι αποθαμέν’ σ’ αβούτο το τραπέζ και έφαγάμε.

Επεκεί αποχαιρέτσαμάτς και εδέβαν πλαν.

Οφέτος εν’ δεύτερον χρονία π’ εφτάμε το ατέτ και η ψη μουνε ενεπάεν. Εθαρρείς και τ’ εσόν ο άνθρωπον εν με τ’εσέν και κάθεται σο στολ και τρώει. Ατότε εγροικάς πόσον σουμά έν’ ο θάνατον και η ζωήν.

Θυμούμε έναν ημέρα, όντες εκαλάτσευαμε με τη θεία Μαρία την Τοπαλίδου, για τ’ Α Πνευμάτ’, είπεμε είναν ιστορία:

«Όντας έμνε μικρέσα και θα εμέρωνε τ’ Α Πνευμάτ’, λέγω τη μάνα μ’:

Μάνα ο κόσμον οπουρνά α πάει σα ταφία, εμείς κι θα πάμε;
Η μάνα μ’ είπεμε:

Ατοίν ντ’ εφτάνε το ατέτ, εμείς κ’ εφτάμα.
Εείνο τη βραδή ελέπω σ’ όραμα μ’ τον πατέρα μ’ να λέει με:

Ατοίν θα έρτανε, κ’ εσύ κι θα έρθεσαι;
Εσκώθα απουρπουνού και λέω τη μάνα μ’ ντο είδα σο όρομα μ’.

Αρ’ ατσ’ αν έν’ σουκ απάν’, είπεμε η μάνα μ’, ποίσω ήνταν εν’ και δέβα εσύ πα.
Εσκώθα, εποίκα φελία, ριζόγαλο και επήγα σα ταφία. Έρθεν ο ποπάς, εποίκαμε τρισάγιο και επεκεί, εξ μερέα α σα ταφία, εγούρεψαμε το τραπέζ. Έπλωσαμε αφκά τα τσούλε, έθηκαμε απάν τη τραπεζί το πανί και τα φαϊα που είχεν ο καθαείς.

Θυμούμαι έτον και ο σχωρεμένον ο Βασίλτς ο Παρχαρίδης. Ατός εβάλνε τη σειρά που α κάθουμνες σο τραπέζ.

«Σχωρεμέν’, σχωρεμέν’» σ’ έναν τ’ άλλο είπαμε, έφαγάμε με τ’ αποθαμέντσ’ εντάμα και εδέβαμε εμείς σ’ οσπίτε μουν και εκείν’ σα τόπε τουν.».

Οφέτος εράεψα να μαθάνω για το ατέτ κατ’ κι άλλο. Ατσ’ πα έφτασα ση θεία την Ειρήνη Αναστασιάδου, γενέα Αποστολίδη, που εγεννέθε σα 1913 σην Απαζία τη Ρωσίας, σο χωρίο Πίαντζουχ.

Εχάρα πολλά όντες η θεία Ειρήνη είπεμε ότι θυμάται πως εποίναν τ’ ατέτ τ’ Α Πνευμάτ’ οι πρόγονοι μουν, πριχού έρτανε σο Θρυλόριο. Γιατί η θεία Ειρήνη ους τα οχτώ χρόνε τς εζήνε σο Μερχαβούλ, σε ένα χωρίο σουμά σο Πίαντζουχ και όλεν θυμάται τα.

Ερώτεσάτην :

Θεία Ειρήνη σην Πατρίδα θυμάσαι ντο εποίνετε τ’ Α Πνευμάτ’;
Θεία Ειρήνη: Πως κι θυμούμαι πούλι μ’. Τα ψήα ασή Λαμπρή κ’ επεκεί, λάσκουνταν πενήντα ημέρας. Τ’ Α Πνευμάτ’ κλώσκουνταν σα τόπαι τουν. Για τ’ ατό εείνο την ημέρα επέναμε σην εγκλεσία και επαρακάλναμε σα γόνατα να φεύνε τα ψήα και να μη απομένε αδά.

Σο Μερχαβούλ, σουμά σα ταφία, οπίς μερέα, έτον η εγκλεσία τη Παναϊας. Τ’ Α Πνευμάτ’ ακεί εγκλησιάσκουμες. Έρχουνταν και πολλοί ασό Πίαντζουχ.

Έξ α σην εγκλεσία έτον ένα μακρύ σανίδ’, που είχαμα τραπέζ’, με τα σκαμνία α σα δύο μερέθε. Όνταν έρθαμε αδά σο χωρίο ερχίνεσάμε και έστρωνάμε το τραπέζ’ αφκά.

Εείνο την ημέρα εποίναμε τον «ψαλμό». Ο καθαείς έκοφτε ή πρόγατο ή μουσκάρ, ήνταν κρέας εθέλνε και ους να εσχόλαζεν η εγκλεσία, έβραζανα σα καζάνε.

Όντες ετελούτουν η εγκλεσία έστρωνάμε το τραπέζ’. Εποίναμε και πάστα (φασούλε γλισμένα) και ήνταν άλλο εθέλνε ο καθαείς.

Εκεί που εζήναμε πολλά πλούσιο μέρος έτονε. Αχ! και να επόρνα να επέγνα έλεπα μίαν κι άλλο τα μέρε μουν.

-Θεία Ειρήνη, πως θυμάσαι ατόσα πολλά πράματα;

Θεία Ειρήνη: Έκιτι πούλι μ’, εγώ έρθα απ’ εκές οχτώ χρονών. Όλεν πα θυμούματα.

-Ατό το ατέτ για τόποιο εποίνανα;

Θεία Ειρήνη: Ας λέγω σε. Ατόν τον «ψαλμό» εποίνανα και όνταν επεθάνεν κάποιος, σα σαράντα, σο χρόνο και τα’ Α Πνευμάτ’. Τα’ Α Πνευμάτ’ εν’ κιάλλο καλλίον ασ’ ούλαι. Εείνο την ημέρα τα ψήα τρώνε με τα’ εμάς. Πριχού να φεύνε σα τόπεν α τουν, φάισατσε, σχωράσατσε και δένε πλαν. Αναπάεται η ψήα τουν και τεσόν πα. Η μάνα μ’ έλεεν, οι αποθαμέν’ τρώνε με τ’ εμάς.

Έξα, ότι ατό την ημέρα σα γουβία, με τα’ έναν καθίφτρα, επόρνες κ’ έλεπες τον αποθαμένο σ’.
Θεία Ειρήνη: Ατό εποίνανα οι Γαρσλούδες (γελά). Είναν ημέρα είπα τη θεία Μαρία τη Βασιλίνα, να εφτάγα κ’ εγώ, αμά κ’ εφέκε με. Εθέρναν ότι έλεπαν τα ψήα, αμά την ισκιένατουν έλεπαν.

Εμείς σο Σύλλογο θεία Ειρήνη, οφέτος εποίκαμε το ατέτ, για δεύτερο χρονία.
Θεία Ειρήνη: Έμαθα το και εχάρα. Ατό το ατέτ πολλά καλό εν’ και να μη αποδαβαίνετετο. Είπασε, τ’ Α Πνευμάτ’ εν’ ασ’ ούλαι καλλίο.

Ατά είπανέμε η θεία Μαρία και η θεία Ειρήνη. Ατοίν το χρέος ατουν εποίκανα. Απομέν σε μας, που έρχουμες απ’ οπίς, να κρατούμε τ’ ατέτε τοι γονέοις ιμουν και να μαθάνομε την ιστορία μουνε, τα ρίζας ιμουνε, για να μην ανασπάλομε καμίαν εμείς και τα μωρά μουνε, ποίος είμεσε και απόθεν είμεσε.

Ο Θεό να έχετσε καλά και να αξιώνμασε σ’ άλλ’ τη χρονία, αήκον καιρό να φτάμε έναν ταξίδ’ σον ανάσπαλτο Πόντο, που ατόσον πολλά θέλωμε ούλ να ελέπομε.

Μαυρίδου Χρύσα

Τ’ ΑΕ ΠΝΕΥΜΑΤ’

Έρθεν κι’ οφέτος τ’ Αε Πνευμάτ’

σον ουρανόν τερούμε

να ελέπομε τ’ αποθαμέντς

ατοίντς π’ αροθυμούμε.

Ατοίντς π’ εφέκαν και έφυγαν

και εφέκανέ μας χρόνε

ας έρταν σο νου μουν έναν ξα

με δάκρε και με πόνε.

Έρθαν εδέβαν κα έφυγαν

σ’ αβούτο την ζωήν

χωρίον τρανόν έχτισαν

σ’ έναν μικρόν ταφίν.

Οσήμερον καλούνε μας

εντάμα για να τρώμε

και ση ταφί το τέρεμαν

τα μάτε μουν θολώνε.

Άνθρωπος σ’ αβούτο τη ζωήν

εξέχασεν συγγενόν ατ’

οσήμερον ας αφτείν κερίν

και φτάει τον σταυρόν ατ’.

Σαλπιγγίδης Σάββας

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: